Του Απόστολου Φλωρίδη
Αυτές τις μέρες, όταν ήμουνα μικρός, άκουγα από τις γιαγιάδες μου ιστορίες για τους καλικάτζαρους και τα παιδιά τους τα καρκατζούλια. Τώρα και εγώ με τη σειρά μου αφηγούμαι παραμύθια και μύθους στα εγγόνια μου και στα γειτονάκια.
Οι καρκάτζαλοι είναι πολλοί, ζούνε κατά ομάδες, και σπάνια η μία ομάδα (φυλή) μοιάζει με την άλλη. Έχουν τον δικό τους αρχηγό, τα δικά τους χαρακτηριστικά και χούια (κουσούρια), καθώς και τη δικιά τους ονομασία. Άλλοι είναι σαν μαϊμούδες με μεγάλη ουρά, μαύρου χρώματος, μεγάλα αυτιά και τρυπώνουν από τον μπουχαρί (καμινάδα), γι’ αυτό και έχουν παράξενο χρώμα. Αρέσκονται να πειράζουν τις λεχώνες, τα μωρά τους και τις γκαστρωμένες. Όλες τις μέρες δεν σβήνει η φωτιά από το μπουχαρί. Βοηθός αυτού είναι ο μαγάρας. Ο μαγάρας έχει μεγάλη γλώσσα και μεγάλα χείλη και του αρέσει να φτύνει τα φαγητά και να γλύφει τα γλυκά. Γι’ αυτό δεν αφήνομε τίποτα ξεσκέπαστο και τα λουκάνικα τα τρώμε μετά τα Φώτα.
Άλλη ομάδα ήταν τα παρτσακλά με αρχηγό τον παρτσακλό. Ήταν σαν μικρά παιδιά με γκουρλουμένα μάτια, μεγάλα αυτιά, φουρλουμύτικα, με μεγάλα δάχλα στα χέρια. Ήταν και στραβουπόδαρα. Αρεσκότανε να πειράζουν τα παιδιά, να τα πεδικλώνουν (να τα βάζουν τρικλοποδιές) και να τα παραπλανούν. Μετά το χαλίπουμα (σκοτείνιασμα) δεν κυκλοφορούσαν έξω ούτι πιδιά(αγόρια) ούτι κουρίτσια.
Άλλη ομάδα ήταν αυτή του καραστύλου. Τα καρκατζούλια που ανήκαν σ’ αυτή την ομάδα ήταν ψηλά, αδύνατα, ευκίνητα, είχαν μεγάλη μύτη, μακριά χέρια, γερά πόδια και μικρή ουρά. Κλέβανε από ζώα μέχρι και αντικείμενα.
Έχουμε και την ομάδα του κουτσού. Η κτσός (κουτσός) είναι ο αρχηγός. Είναι κοντόχοντρος, είναι ο ταμίας όλων και ό,τι διατάζει γίνεται. Τα χαρακτηριστικά της ομάδας είναι: έχουν μακριά μαλλιά, μάτια σαν κουκουβάγια, χωρίς ουρά, είναι πειραχτήρια, και έχουν ομιλία.
Κάποτε γύρω στο 1950 μετά τα Χριστούγεννα, τελείωσε το αλεύρι του θείου μου, του Βασίλη. Φόρτωσε στο άλογο δυο τσουβάλια σιτάρι και πανωσάμαρα μισό τσουβάλι καλαμπόκι, πήρε την φουρτωτήρα, το γουμάρι για καβάλα και ξεκίνησε πριν ξημερώσει για τον Πύργο. Το χωριό Πύργος την εποχή εκείνη είχε τρείς νερόμυλους. Χαράματα έφθασε στον πρώτο, είχε καλαμπαλίκι (πολύ κόσμο) και ξεκίνησε για το δεύτερο. Το ίδιο ήταν και σε αυτόν και πήγε στον τρίτο. Ο μυλωνάς του είπε ότι πριν το χαλίπωμα θα πάρει σειρά. Συμφώνησε και ξεφόρτωσε. Στο κλειδοπίνακο είχε τυρί και αυγά για γιόμα. Στο διάστημα της παραμονής του άκουγε διάφορες ιστορίες για καρκάτζαλους και άλλα ξωτικά. Όταν τελείωσε, ήταν σχεδόν νύχτα. Ο μυλωνάς του συνέστησε να του δώσει ένα αλευρωμένο τσουβάλι και να πηγαίνει μπροστά με το γουμάρι. Αν ακούσει κάτι ή αντιληφθεί, να φορέσει το τσουβάλι. Τα ξωτικά θα νομίσουν ότι είναι σακί και δεν θα τον πειράξουν. Μόλις πέρασε τον καλοηράκο (τοπωνύμιο του Φαναρίου), άκουγε κάτι παράξενες φωνές, εέεε βααά---σίλ -- να και άλλα. Αμέσως φόρεσε το σακί και συνέχισε. Όταν κοντόφτασε στο χωριό, άκουσε τα σκυλιά να γαυγίζουν, έβγαλε το τσουβάλι και συνέχισε ώσπου έφθασε στο σπίτι.
Εκεί τους περίμενε όλους η μεγάλη έκπληξη, Το άλογο ήταν ξεφορτωμένο. Ο Βασίλης τους διηγήθηκε το πάθημά του. Τα ίδια είπε και στο καφενείο που πήγε για καφέ. Δίπλα του ήταν ο αστυνόμος και του συνέστησε να τον ακολουθήσει στο γραφείο του. Αφού έδωσε την κατάθεση, σε τρείς μέρες τα καρκατζούλια πιάστηκαν. Αρχικαρκάτζαλους ήταν ένας από διπλανό χωριό και καρκατζαλάκια ο μυλωνάς, η μυλωνού και ένας αγροφύλακας.
Μη ξεχνάτε σήμερα έρχονται τα καρκατζούλια.
Χρόνια σας πολλά.
